Επαγγελματική Κατάρτιση και Ποιότητα στη Βιομηχανία των Κατασκευών

14 Μαΐ 2019 Γιώργος Θεμιστοκλέους
Επαγγελματική Κατάρτιση και Ποιότητα στη Βιομηχανία των Κατασκευών 1

Η επαρκής επαγγελματική κατάρτιση τόσο η θεωρητική όσο και η πρακτική συμβάλλουν αναμφίβολα στη σωστή και χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα εκτέλεση μιας οποιασδήποτε εργασίας, μιας κατασκευής, ενός αντικειμένου. Και για μεν τον κατασκευαστή αυτή σημαίνει γρήγορη, ορθή και χωρίς λειτουργικά προβλήματα κατασκευή δια δε τον καταναλωτή – στην περίπτωση μας τον αγοραστή ενός σπιτιού ή διαμερίσματος – την εξασφάλιση μιας κατοικίας με την ελάχιστη δαπάνη συντήρησης όπου τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν όπως και οι μέθοδοι κατασκευής θα εγγυώνται μακρόχρονη χρήση χωρίς πονοκεφάλους, αντικαταστάσεις εξαρτημάτων, μπλοκαρίσματα αγωγών, διαρροές νερών, ρωγμές σε τοίχους και πλάκες και όσα άλλα μας κάνουν πολλές φορές να μετανιώνουμε πικρά για την εξασφάλιση ιδιόκτητης στέγης ή για την επένδυση που κάναμε. Είναι συνεπώς η άρτια επαγγελματική κατάρτιση το εργαλείο εκείνο που οδηγεί στη μεγιστοποίηση της απόδοσης μιας επένδυσης τόσο από πλευράς κατασκευαστή όσο και καταναλωτή. Για τον κατασκευαστή, αυτό εκφράζεται με όρους όπως άριστη κατασκευή, εξοικονόμηση χρόνου και πόρων, περαιτέρω εξύψωση της φήμης μιας εργοληπτικής εταιρείας δια δε τον αγοραστή μια πετυχημένη αγορά σπιτιού/ διαμερίσματος/ καταστήματος στην καλύτερη τιμή και με τις καλύτερες τεχνικές προδιαγραφές. Αν επιχειρήσουμε να δώσουμε κάποιον ορισμό ή χαρακτηρισμό στον όρο “Επαγγελματική Κατάρτιση” αυτό σημαίνει την ικανότητα ενός τεχνίτη να αξιοποιήσει πλήρως, ορθά και με ασφάλεια όλους τους πόρους που του παρέχονται (υλικά – εξοπλισμό – βοηθητικό προσωπικό) ώστε να πετύχει το καλύτερο αποτέλεσμα, δηλ. μια κατασκευή τεχνικά άριστη στην εμφάνιση και αντοχή στο χαμηλότερο δυνατό κόστος.

Προς την κατεύθυνση παροχής ευκαιριών κατάρτισης των εργαζομένων, το κράτος μέσω του εντεταλμένου φορέα που είναι η Αρχή Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού Κύπρου, παρέχει πλείστες ευκαιρίες επιμόρφωσης και κατάρτισης σε όλους σχεδόν τους τομείς δραστηριότητας τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Προγράμματα όπως Πολυεπιχειρησιακά Συνεχιζόμενης Κατάρτισης, Μονοεπιχειρησιακά, Εξειδικευμένα Προγράμματα κ.α. παρέχουν την ευκαιρία σε εργοδότες και εργοδοτούμενους να επωφεληθούν σε μεγάλο βαθμό οι μεν μέσω των ταμείων επιχορήγησης των προγραμμάτων αυτών να καταρτίσουν το προσωπικό τους οι δε δεύτεροι να επιμορφωθούν ή και να καταρτιστούν στον τομέα της δραστηριότητας τους. Σε πιο αναπτυγμένες από τον τόπο μας χώρες, η επιμόρφωση των εργαζομένων και η συνεχής ενημέρωση τους στα θέματα που αφορούν το επάγγελμα τους είναι μια καθιερωμένη και συνεχής πρακτική. Αλλαγές στη τεχνολογία, επινόηση νέων μεθόδων εργασίας όπως και νέων υλικών δημιουργούν την ανάγκη για ενημέρωση αυτών που θα τα εφαρμόσουν. Το αντίθετο, η παραμονή δηλαδή στα επίπεδα γνώσεων του παρελθόντος, οδηγεί έναν οργανισμό, μιαν εταιρεία ή και ένα απλό εργοδότη όπως και τους εργοδοτούμενους τους στον μαρασμό και κατ’ ακολουθία στην αφάνεια ιδιαίτερα σε περιόδους ύφεσης στη βιομηχανία κατασκευών.

Η Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του φορέα που προαναφέραμε, την Αρχή Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού (ΑνΑΔ) προσπαθεί τώρα να εφαρμόσει σταδιακά ένα Σύστημα Επαγγελματικών Προσόντων (Σ.Ε.Π) το οποίο βασίζεται σε Πρότυπα Επαγγελματικών Προσόντων (Π.Ε.Π). Αυτό ουσιαστικά σημαίνει κυρίως την εξέταση και την πιστοποίηση των ικανοτήτων ενός ατόμου, ενός τεχνίτη αν θέλετε, να φέρει σε πέρας μια συγκεκριμένη εργασία στη βάση ενός Π.Ε.Π, σε πραγματικές συνθήκες εργασίας ή σε συνθήκες προσομοίωσης. Προς την ίδια κατεύθυνση, το Σύστημα καθορίζει το πλαίσιο για κατάρτιση του ατόμου παρέχοντας του κατ’ αυτόν τον τρόπο τη δυνατότητα να φθάσει στο επίπεδο που καθορίζει το Π.Ε.Π. Κατ’ ακολουθία, η διασφάλιση της πιστοποίησης των προσόντων που αποκτήθηκαν θα γίνεται μέσω του Σ.Ε.Π.

Αν επανέλθουμε στο παράδειγμα της οικοδομικής βιομηχανίας, θα δούμε πόσοι και πόσοι διαφορετικοί επαγγελματίες πρέπει να ενώσουν τις γνώσεις και εμπειρίες τους για να συμπληρωθεί μια οικοδομή. Οικοδόμοι, τεχνίτες ξυλοτύπων (καλουψιήδες), τεχνίτες επεξεργασίας οπλισμού (σιδεράδες), υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, ξυλουργοί, και άλλα παρεμφερή επαγγέλματα. Επίσης εργοδηγοί, επιστάτες, τεχνίτες σκυροδέτησης κ.α. Αν εξαιρέσει κανείς το επάγγελμα του ηλεκτρολόγου – που ευτυχώς εδώ και χρόνια ασκείται μετά από πιστοποίηση των ικανοτήτων του τεχνίτη ή τεχνικού από μέρους της αρμόδιας κρατικής υπηρεσίας η οποία και εκδίδει την σχετική άδεια άσκησης του επαγγέλματος – για όλους τους υπόλοιπους ποιος έχει ελέγξει το επίπεδο των γνώσεων τους; Γνωρίζουν τις βασικές έστω ιδιότητες των υλικών που χρησιμοποιούν, εφαρμόζουν την ορθή πρακτική στη χρήση των υλικών αυτών, κατέχουν υποτυπώδη έστω θεωρία για τη στατικότητα ενός κτιρίου; Και αν δεν υπάρχουν αυτά πόσο σίγουροι είμαστε για την ποιότητα των κτιρίων και εγκαταστάσεων που κάνουμε στις λογής λογής οικοδομές που κατασκευάζομεν; Το πρόβλημα γίνεται ακόμη οξύτερο αν συνυπολογιστεί και η ατυχής περίπτωση ελλιπούς επίβλεψης του έργου από μέρους του μελετητή μηχανικού ή αρχιτέκτονα.

Όλα συνεπώς τα πιο πάνω συνηγορούν υπέρ μιας διαφορετικής προσέγγισης στα θέματα κατάρτισης του προσωπικού και πιστοποίησης των ικανοτήτων του. Και αυτό επιβάλλεται να γίνει διότι συνεχής επιμόρφωση, ενημέρωση και καλή γνώση του αντικειμένου σημαίνει καλύτερη ποιότητα , μειωμένα κόστα, ασφάλεια στο χώρο εργασίας και αμοιβή βάσει μετρήσιμων δεδομένων. Έτσι, κράτος, εργοδότες, συντεχνίες και εργοδοτούμενοι θα πρέπει, συνεργαζόμενοι να θέσουν στόχους και επίπεδα γνώσης και ικανοτήτων για το καλό όλων και της οικονομίας του τόπου.